• ΠΡΟΣΦΑΤΑ

    Ιανουαρίου 11, 2017

    Διήγημα: «Στην αγορά, στο Λαύριο»

    Παραθαλάσσιο μέρος. Ανοιχτό και συνάμα κλειστό και μυστηριακό, το Λαύριο συνδυάζει με αρμονία απόλυτη τα στοιχεία της φύσης: ήλιο και νερό, γη κι αέρα. Με το που πατούν οι ρόδες του αυτοκίνητου τα χώματά του, το νιώθεις πως κάτι αρχίζει ν’ αλλάζει: ο αέρας ελαφραίνει, το φως πυκνώνει, το νερό κρυσταλλιάζει, η γη σκληραίνει (δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για μία από τις πιο αντισεισμικές περιοχές της Αττικής)  και -πάνω της- τα νοικοκυρόσπιτα, ομορφοστρωμένα με τις κεραμοσκεπές και με τις ασβεστωμένες αυλίτσες τους, ξεφυτρώνουν ένα-ένα και ντύνουν σταδιακά και ήσυχα ολόκληρο τον οικισμό. 

    Νότια της Κερατέας, ανατολικά της καταπράσινης Καμάριζας και μια ανάσα μακριά από την Ανάβυσσο, την Παλαιά Φώκαια, το Θυμάρι, τα Λεγρενά και το Σούνιο που φιλοξενεί τον γνωστό από την αρχαιότητα Ναό του Ποσειδώνα (στον οποίο οφείλει την ονομασία του το Αιγαίο Πέλαγος), το Λαύριο πατάει σταθερά μέσα στον Καβοντόρο και βλέπει ολόισα πέρα τη Μακρόνησο, τη Τζιά και κάτι λίγο απ’ την Κάρυστο. Μεγάλο κεφάλαιο το άνοιγμα στη θάλασσα. Κι όχι όποια κι όποια θάλασσα. Εδώ, το υγρό στοιχείο έχει προσωπικότητα, έχει πυγμή. Είναι μια θάλασσα ακλόνητη, μια θάλασσα-καταλύτης που χιμάει καταπάνω στην ψυχή τ’ ανθρώπου να τη δαμάσει, με το πρώτο πλαφ του κύματος πάνω στα σκούρα γυαλιστερά βράχια. Το ‘χουμε ξαναπεί. Είναι ναυτική η ψυχή του Έλληνα: μοσκοβολάει αρμυρίκι, λιμανίλα, ουζάκι κι αθερίνα φρέσκια τηγανητή. Κι όσο και να παλεύουν οι ξένοι, το χώμα νερό δε γίνεται, κι ούτε το αίμα χώμα. 
    Τη σχέση που ‘χουμε με τον τόπο μας κανείς τους δε μπορεί να τη νιώσει στο πετσί του, γιατί δεν τούς έχει θηλάσει ηφαίστειο, δεν τούς έχει γιατροπορέψει αμμουδιά, δεν τούς έχει νανουρίσει σφύριγμα πλοίου, δεν τούς έχει παρηγορήσει φάρος, δεν έχουν βουτήξει βαθιά στα παγωμένα νερά Γενάρη μήνα να πιάσουν το σταυρό κι ούτε έχουν βάλει στέφανα κάτω από εικόνα της Παναγιάς σε πλίνθινο μονόκλιτο ξωκλήσι, κατακαλόκαιρο, με τον αέρα να μυρίζει πεύκο κι αλάτι. Κι αλλού κανείς άνθρωπος δεν προκόβει αληθινά, παρά μόνο στον τόπο που τον έθρεψε: έτσι ορίστηκε απ’ τα βάθη των αιώνων από μια μοιρασιά νομοτελειακή. Θα το καταλάβουν κάποτε οι απ’ έξω και θα μας αφήσουν στην ησυχία μας. Μέχρι τότε, φόροι και κόντρα φόροι και πείνα και μνημόνια κι ανέχεια κι άγιος ο Θεός. Στο θέμα μας, τώρα.
    Μπαίνοντας στον οικισμό του Λαυρίου, από τα κτίρια της Γαλλικής Εταιρείας στα δεξιά και τον απόκρυφο μυτερό λόφο Βελατούρι (αλλιώς και «Μαστοί της Αφροδίτης») με το παλιό θέατρο στ’ αριστερά, συναντά κανείς το δάσος με τις φοινικιές, ένα απαράμιλλης γοητείας σύνολο από πανύψηλους φοίνικες με μακριά ιστορία στις μνήμες τόσων και τόσων παιδιών που ρήμαξαν πολλάκις τα γόνατά τους στο παιχνίδι κάτω απ’ τους ίσκιους τους. Συνέχεια έχει πάνω ψηλά και δεξιά το ορυκτολογικό μουσείο μαζί με την καθολική εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας και, στ’ αριστερά, η εκκλησία της Ευαγγελιστρίας. Στην ευθεία του δρόμου, συναντά κανείς τα πρώτα σιντριβάνια και, τελικά, το λιμάνι με την παλιά ψαραγορά που αποτελεί πόλο έλξης για δεκάδες επισκέπτες απ’ όλον τον κόσμο, χειμώνα-καλοκαίρι. Εκεί, λογής-λογής μαγαζάκια δίνουν και σήμερα ακόμα το παρόν ανάμεσα σε μια σειρά από διατηρητέα, κουκλίστικα νεοκλασικά κτίρια: το δημαρχείο, το πολιτιστικό κέντρο, το παλιό σχολείο είναι μερικά μόνο παραδείγματα, και παραμέσα απλώνεται ένα ατέλειωτο γαϊτανάκι από ταβερνάκια που μοιάζουν παρμένα από νησιωτικό καντούνι, με την τσίκνα από τα καλαμάρια να σου σπάει τη μύτη και τις ρεμπέτικες πενιές μπερδεμένες με τις αλέγρες φωνές των πουλητάδων «Εδώ η καλή μαρίδα! Σπαρταράει! Πάρε κόσμε, πάρε!» να σου ταξιδεύουν την ακοή σε μια Ελλάδα που δεν έχει αλλάξει και τόσο, σε μια Ελλάδα που δεν άλλαξε ποτέ πραγματικά.
    Το Λαύριο δεν παραδόθηκε στο χρόνο αμαχητί. Λαός δραστήριος, οι άνθρωποί του δεν άφησαν στιγμή τη μοίρα του τόπου τους ακυβέρνητη. Πάλεψαν να ορθοποδήσουν. Στη θάλασσα, τα δάχτυλα χιλιάδων ψαράδων έχουν ροζιάσει ν’ ανεβοκατεβάζουν δίχτυα και να τραβάνε κουπί, ξημερώματα, ανοιχτά της Τζιάς και της Καρύστου, με το φεγγάρι καπετάνιο. Στη στεριά πάλι, μιλιούνια εργάτες έχουν φάει τα χέρια τους να σκάβουν μες στις πέτρες και στα χώματα, με τη σκόνη και το νταμάρι μέχρι το λαιμό, για να βγάλουν ασήμι και μόλυβδο. Αλλά, και στη βιομηχανία και το εμπόριο δε δοκιμάστηκαν λίγοι: υφάσματα, τρόφιμα, καπνά και οικοδομές ήταν οι πιο πρόσφοροι τομείς για να βγαίνει ο επιούσιος σε ουκ ολίγες φαμίλιες επί δεκαετίες ολόκληρες. Σε επίπεδο οικογένειας, γινόταν κατά κανόνα ο πατροπαράδοτος καταμερισμός αρμοδιοτήτων: το μεροδούλι ήταν υποχρέωση αντρική και η σπιτική εστία γυναικεία. Αποτέλεσμα: το κονάκι του, κάθε Λαυριώτης το ‘χε φτωχό αλλά αξιοπρεπές και περιποιημένο: στο κάτω-κάτω, εκεί μεγάλωνε, εκεί στεφανωνόταν, εκεί γεννοβόλαγε, εκεί έκλεινε τα μάτια του.
    Σ’ ένα τέτοιο γραφικό σπιτάκι με την αυλίτσα του, έμενε κι η κυρά-Μαριγούλα. Είκοσι χρονών μπουμπούκι κατέβηκε απ’ την Εύβοια με δυό βαλίτσες προίκα κι εγκαταστάθηκε στα χώματα τούτα, να στήσει το σπιτικό της με τον άντρα της το μπάρμπα-Νίκο, να κάνουν παιδιά, να ζήσουν, να προκόψουν. Κάθε τόπος, εξάλλου, δεν είναι μόνο γη και ύδωρ. Κάθε τόπος είναι κυρίως οι άνθρωποί του. Αυτοί κινούν τα νήματα, αφομοιώνουν κι αφομοιώνονται, κι αυτοί είναι που τελικά, αφήνουν το στίγμα τους στον τόπο. Το Λαύριο σε μαγνητίζει. Κανείς δε μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει γιατί. Το κλίμα; Τα βαρομετρικά; Η θάλασσα; Η κούφια γη που ξεπέταγε έτσι εύκολα τα πολύτιμα μέταλλα σα να ‘ταν φυσικό της; Βέβαια, παίζουν πάντα ρόλο και τα βιώματα, οι στιγμές, τα πρόσωπα. Η κυρά-Μαριγούλα υπήρξε μια γυναίκα μέλι σκέτο, που έκανε τα πάντα για να περιποιηθεί τα παιδιά και τα εγγόνια της και να τους δείξει την αγάπη της. Μας δίδαξε τι θα πει κατανόηση, ενσυναίσθηση. Μαζί της δέθηκα πολύ, γιατί καταλαβαινόμασταν με τα μάτια από τότε που ήμουν παιδάκι. Ήξερε να με διαβάζει και ήξερα να τη διαβάζω. Λίγο μιλούσαμε, δε χρειαζόταν εξάλλου. Αυτή την εμπειρία, με ελάχιστους ανθρώπους την έχω βιώσει σε παρόμοια ένταση μέχρι και σήμερα. Ας το πάρουμε λοιπόν απόφαση, να πάμε παρακάτω: οι άνθρωποι που μαζί τους επικοινωνήσαμε τόσο βαθιά, δεν λησμονιούνται. Αν κάνεις πως ξεκολλάς τις μνήμες τους από μέσα σου, την ίδια ακριβώς ώρα πετάς στα σκουπίδια κομμάτι του εαυτού σου. Γι’ αυτό λένε ότι λαός που δε γνωρίζει την ιστορία του δεν έχει μέλλον. Δεν έχει «γιατί». Έτσι είναι. Μεγάλα λόγια;  Ίσως. Όσοι όμως δέθηκαν ποτέ σε τέτοια επίπεδα με κάποιον ή με κάτι, μέρος ή πράγμα ή μνήμη, θα μπορέσουν να καταλάβουν όσα γράφω σε τούτες εδώ τις αράδες. Οι υπόλοιποι, οι περισσότερο «λεκτικοί» και λιγότερο «συναισθηματικοί» τύποι, αποκλείονται εξ’ ορισμού από μια ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης απίστευτα βιωματική: την ιδιότητα του να νιώθεις τον πλησίον σου και να συγγενεύεις μαζί του ψυχικά επ’ άπειρον.
    Περνώντας ο καιρός και μεγαλώνοντας, πιστεύω ότι τής μοιάζω. Είχε γονίδια που άξιζε να περάσουν από γενιά σε γενιά, και θα είναι τιμή μου κάποιο μου παιδί να πάρει έστω ένα χαρακτηριστικό της. Σήμερα, κάθε φορά που επισκέπτομαι το Λαύριο και πλησιάζω στο σπίτι της, νομίζω πως, να, έτσι μία να κάνω, θα τη δω στο κατώφλι της πόρτας να με περιμένει «Καλώς την κούκλα μου!» να λέει και ν’ αστράφτει ο τόπος απ’ το φέγγος της χαράς της. Όμως, μαντέψτε: το κατώφλι είναι άδειο, γεμάτο ξυλαράκια και ζουζούνια και φύλλα ξερά, να το βαράει πότε η αντηλιά και πότε η μπόρα. Και ξεκλειδώνω και μπαίνω μέσα, «Γιαγιά μου ήρθα!» μου ‘ρχεται να φωνάξω και να τρέξω στην αγκαλιά της σαν τρελή, αλλά όχι: δεν υπάρχει αγκαλιά και δεν υπάρχει γιαγιά. Μόνο σκόνη και έπιπλα υπάρχουν και παράθυρα κλειστά κι εγώ φοβάμαι και πονάω κι η καρδιά μου σφίγγεται να γίνει κόμπος.
    Αυτός ο κόμπος στην καρδιά είναι, πιστεύω, το τίμημα της αγάπης. Κάθε άνθρωπος που φεύγει από κοντά μου, φυσικά ή νοητά, εσκεμμένα ή όχι, αφήνει μέσα μου κι από έναν κρατήρα: λες και μια φουσκάλα σκάει πάνω στην ψυχική μου επιδερμίδα κι αφήνει εκεί το σημαδάκι της. Έτσι, η ψυχή μου καταλήγει να μοιάζει με την επιφάνεια της σελήνης: όλο μικρές και μεγάλες τρύπες και κρατήρες και ουλές, καθεμιά κι ένα «ενθύμιο» από κάθε πρόσωπο που λάτρεψα και είτε με άφησε είτε το άφησα (προφανώς, γιατί δε γινόταν αλλιώς). Το ξέρω το παιχνίδι και δεν πέφτω πια εύκολα στην παγίδα του: κάθε φορά, λοιπόν, που ένα καινούργιο πρόσωπο μπαίνει στη ζωή μου, ζυγίζω a priori το μέγεθος του κρατήρα που θα μου αφήσει φεύγοντας. Να ξέρω τι με περιμένει.
    Thats (mylife.
    Κι αυτό είναι, για μένα, το Λαύριο.
    Τ’ αγαπώ και, την ίδια ώρα, μού ξυπνάει μνήμες πανίσχυρες, μού λείπουν άνθρωποι. Διότι στα τόσα χρόνια, δεν είναι, φυσικά, μόνο η γιαγιά μου που έχει «φύγει» και τη νοσταλγώ. Νοσταλγία = Νόστος + Άλγος. Ο πόνος του νόστου. Απ’ την άλλη πάλι πλευρά, ο τόπος αυτός είναι η κληρονομιά μας. Η κληρονομιά μου. Η τοπολογική γέφυρα που συνδέει το παρελθόν τους με μέλλον μας. Και ελπίζω και βρίσκω τη δύναμη να χαμογελώ, σκεπτόμενη ότι, με τον καιρό, περνώντας περισσότερο χρόνο εκεί και δημιουργώντας νέες καταγραφές με καινούργια πρόσωπα, είναι αρκετά πιθανό το ψυχικό του φόντο να γλυκάνει. Το φυσικό τοπίο, άλλωστε, είναι -και θα είναι, ελπίζω, για πολλά χρόνια ακόμα- ανυπέρβλητο. Κάτι ήξερε ο Διονύσης Σαββόπουλος που, στο ομώνυμο τραγούδι του, συνδύασε το μέρος αυτό με το χρόνο, με τις γιαγιάδες, με το φόβο του αύριο, με το βλέμμα των παιδιών που τα ξέρουν όλα.
    Γιατί, ναι, όλα τα ξέραμε: και ποιοι μας αγάπησαν και πόσο και πού και το για τώρα και το για πάντα.
    Και γιατί, ναι, μόνο όσοι μεγαλώσαμε στα χώματα αυτά με πρόσωπα αγαπημένα,
    καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν όλα τούτα, λέξη προς λέξη.
    Η θάλασσα, ο ήλιος, το φως, τα βουνά, το πράσινο. Η ιδιαίτερη πατρίδα μας.
    Μια Ελλάδα σε μικρογραφία.
    Μια Ελλάδα προσωπική.
    Μια Ελλάδα κατάδική μας,
    που φυλάσσεται και που θα ανήκει για πάντα
    στις αύλακες του μυαλού και στα άδυτα της καρδιάς μας


     Η Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται στο δημόσιο τομέα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Ξυλομπογιές» (Εκδόσεις Ιωλκός, 2012) και «Αφή στον Ήλιο» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013). Επιλεγμένα ποιήματα από την «Αφή στον ήλιο» έχουν φιλοξενηθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Θράκα» (10.07.15) και «Ποιείν» (13.02.13). Διηγήματά της, μικρής και μεγαλύτερης έκτασης, έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά sites/περιοδικά: Staxtes («Αεροπλάνο κίτρινο», «Χέρια από πανί», «Κανείς κανενός», «FlyingShip»),  Fractal («Χέρια από πανί», «Κρητική βεγγέρα», «13x 18 cm», «Από την Ατλάντα με αγάπη», «Ένα πεσκέσι για τα Χριστούγεννα», «Δεκάξι μισό αλήθειες»), 120 λέξεις («Η μαύρη βούλα», «Ερώτηση κρίσεως», «Φλεβάρης ή Αύγουστος», «Break», «Κατάστημα Οπτικών», «Βασική υπακοή», «Απουσιολόγιο»), Logoclub(«Ζωή α καπέλα», «Για μια ντουζίνα χελιδόνια»), Γραμμόφωνο ( «Ατομική μου ενέργεια», «Το πάθος που διώκεται») και Λογοτεχνικό Μπιστρό (Διήγημα). Η σελίδα της στο Facebook είναι: https://www.facebook.com/www.NikolakakiBooks.gr.
    Πηγή: http://fractalart.gr/
    Item Reviewed: Διήγημα: «Στην αγορά, στο Λαύριο» Rating: 5 Reviewed By: forkeratea com